WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| kingdom n | (country) | βασίλειο ουσ ουδ |
| | The kingdom of Saudi Arabia is built on its oil industry. |
| | Το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας είναι χτισμένο γύρω από την πετρελαϊκή του βιομηχανία. |
| kingdom n | (plants, animals) | βασίλειο ουσ ουδ |
| | Humans are the smartest creatures in the animal kingdom. |
| | Οι άνθρωποι είναι τα πιο έξυπνα πλάσματα στο ζωικό βασίλειο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| kingdom n | (figurative) (μεταφορικά) | βασίλειο ουσ ουδ |
| | (μτφ: φαντασίας) | σφαίρα ουσ θηλ |
| | When Brian is stressed he retreats into the kingdom of his mind. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: